Μικρασιατική καταστροφή και Έλληνες πρόσφυγες
Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η Ελλάδα,
ως νικήτρια χώρα, απέστειλε στρατό στη Μικρά
Ασία. Το όνειρο της απελευθέρωσης των αλύτρωτων
αδελφών της περιοχής φάνηκε προς στιγμή να
πραγματοποιείται. Όμως σύντομα οι ελπίδες διαψεύσθηκαν. Στα τέλη Αυγούστου του 1922 τα τουρκικά
στρατεύματα νίκησαν οριστικά τον ελληνικό στρατό. Η ήττα του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος είχε ως συνέπεια την καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού
και τον ξεριζωμό του από τις εστίες του, την αποκαλούμενη Μικρασιατική Καταστροφή.
Από το 1912 (απελευθέρωση και πρόσθεση νέων εδαφών) μέχρι την Μικρασιατική
Καταστροφή, η Ελλάδα δέχεται πάνω από 1,5 εκατομμύριο Έλληνες πρόσφυγες. Η συγκέντρωση
αυτού του προσφυγικού πληθυσμού στο περιθώριο των αστικών κέντρων, και κυρίως μετά τη
Μικρασιατική Καταστροφή, συντέλεσε στη δημιουργία
και ανάπτυξη του ρεμπέτικου.
Ανάλογες δημιουργίες με αυτές του ρεμπέτικου παρατηρούνται και στην Αμερική με
τη δημιουργία των μπλουζ (blues), στη Βραζιλία με τη σάμπα (samba) και στη
Τζαμάικα με τη μουσική ρέγκε (reggae). Ανάλογες είναι και οι διεργασίες που συνετέλεσαν στη δημιουργία των μουσικών αυτών (μετακίνηση πληθυσμών, συγκερασμός της μουσικής του πληθυσμού που μετακινείται με τη μουσική των περιοχών όπου εγκαθίστανται, η έκφραση των δυσκολιών
και των απογοητεύσεων εξαιτίας αυτών κ.ά.).
Οι μουσικές ρίζες του ρεμπέτικου ανάγονται στη βυζαντινή μουσική και στο
δημοτικό τραγούδι του ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας και των νησιών του
Αιγαίου.
Μια εκδοχή είναι ότι ο «ρεμπέτης» προέρχεται από
την ιταλική λέξη «rebelo», που σημαίνει επαναστάτης, μια άλλη εκδοχή είναι ότι
προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «ρέμβομαι» και το
μεσαιωνικό «ρέμπομαι» που το συναντούμε και στον
Ερωτόκριτο του Βιτζέντζου Κορνάρου και σημαίνει γυρίζω, ενώ μια ερμηνεία σύμφωνα με το Σμυρνιό συγγραφέα Σωκράτη Προκοπίου, είναι ότι ο «ρεμπέτης»
είναι ο αλήτης, ο άνθρωπος κατώτερης τάξης.
Οι στίχοι των πρώτων ρεμπέτικων αποτελούν ένα μείγμα από παλιά δημοτικά
τραγούδια και λαϊκά, συνήθως από τη Σμύρνη. Τα περισσότερα ρεμπέτικα είναι
γραμμένα σε δύο 15/σύλλαβους, χωρισμένους σε δύο ημιστίχια, με ομοιοκαταληξία.
Όσες φορές τα μάτια μου σ’ εσένα θα γυρίσω
Αδύνατον ο δυστυχής είναι να μη δακρύσω
Υπάρχουν κατηγορίες ρεμπέτικων τραγουδιών ανάλογα με τη θεματολογία τους:
- Μελαγχολικά
- Της ξενιτιάς
- Της φτώχειας
- Ερωτικά / Του χωρισμού
- Της φυλακής
- Του Χάρου
Οι χοροί που χορεύονταν τα ρεμπέτικα και εξακολουθούν να υπάρχουν από εκείνη την εποχή είναι
τρεις: ο χασάπικος, ο ζεϊμπέκικος και το τσιφτετέλι.
-
Ο χασάπικος θεωρείται ότι ήταν ο χορός των χασάπηδων της
Κωνσταντινούπολης, που θεωρούνταν ιδιαίτερα άγριοι. Χορευόταν από δύο ή τρία
άτομα, συνήθως άντρες, που κρατιόταν από τους ώμους με βήματα που απαιτούσαν
απόλυτο συγχρονισμό.
-
Ο ζεϊμπέκικος ήταν πολεμικός χορός μιας πολεμικής φυλής θρακικής
καταγωγής. Ήταν αντικριστός χορός και χορευόταν
από δύο άντρες, χωρίς ιδιαίτερα βήματα.
-
Το τσιφτετέλι αρχικά παιζότανε από βιολί και διαδόθηκε στην Ελλάδα μετά το 1923. Ήταν χορός των
προσφύγων από τη Σμύρνη και οι ρεμπέτες της
Αθήνας τον θεωρούσαν θηλυπρεπή.
Τα μουσικά όργανα και στοιχεία του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού
- Το μπουζούκι ήταν σε χρήση στον ελληνικό χώρο επί αιώνες. Είναι μια
παραλλαγή της οικογένειας των ταμπουράδων («bozuk»: τούρκικη λέξη που σημαίνει
σπασμένος). Το μπουζούκι είναι το κύριο όργανο μελοδίας στα ρεμπέτικα.
- Ο μπαγλαμάς είναι ένα μικρό μπουζούκι.
- Το τουμπελέκι αποτελείται από έναν πήλινο σκελετό σκεπασμένο με τεντωμένο
δέρμα το οποίο κολλούν ή δένουν στο ηχείο.
- Η κιθάρα και το το ακορντεόν χρησιμοποιούνται τα πρώτα χρόνια μόνο για
συνοδεία.
Το ρεμπέτικο τραγούδι πολλές φορές αρχίζει με μια εισαγωγή που λέγεται ταξίμι, μουσικός αυτοσχεδιασμός (ελεύθερος ή και ρυθμικός) συνήθως στο
μπουζούκι. Το ταξίμι γίνεται στην αίσθηση που θέλει να μεταδώσει ο εκτελεστής, προβάλλοντας τη δεξιοτεχνία του και στο μουσικό δρόμο.
Ο μουσικός δρόμος είναι οι νότες πάνω στις οποίες θα εξελιχθεί όλο το τραγούδι.
Η μουσική του ρεμπέτικου δεν είναι γραπτή, αλλά βασίζεται πάνω στον αυτοσχεδιασμό.
Πηγές